Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]


ΔΦΑ : /ˈɹɒtən/


rotten (en)

  1. σάπιος, σαπισμένος
    If you leave a bin unattended for a few weeks, the rubbish inside will turn rotten.
  2. σε κατάσταση αποσύνθεσης
    The floors were damaged and the walls were rotten.
    His mouth stank and his teeth were rotten.
  3. σκληρός, κακός ή ανήθικος, διεφθαρμένος
    That man is a rotten father.
    This rotten policy will create more injustice in this country.
  4. κακός, απαίσιος
    Why is the weather always rotten in this city?
    It was a rotten idea to take the boat out today.
    She has the flu and feels rotten.


rotten (en)

  1. πάρα πολύ
    That kid is spoilt rotten.
    The girls fancy him something rotten.

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

rotten (nl)

  1. πληθυντικός του rot


rotten (nl) (rotte, gerot)

  1. σαπίζω, αποσυντίθεμαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]