round

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

round (en)

  1. στρογγυλός
    • που έχει σχήμα το οποίο μοιάζει με κύκλο ή τμήμα κύκλου ή σφαίρας
    • (για αριθμούς) που δεν έχει δεκαδικό τμήμα, που είναι ακέραιος
    • (για αριθμούς) που είναι πολλαπλάσιο του δέκα ή του εκατό ή του χίλια

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

round (en)

  1. στρογγυλεύω