round trip
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| round trip | round trips |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]round trip (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- ταξίδι με επιστροφή (ή μετ' επιστροφής)· αλέ ρετούρ, πήγαιν' έλα