Μετάβαση στο περιεχόμενο

rudely

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός rudely
συγκριτικός more rudely
υπερθετικός most rudely

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
rudely < μέση αγγλική rudely. Μορφολογικά αναλύεται σε rude + -ly.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɹuːdli/
 

Επίρρημα

[επεξεργασία]

rudely (en)

  • αγενώς
    παράδειγμα  She rudely refused his offer for them to meet.
    Αρνήθηκε αγενώς την προσφορά του να συναντηθούν.
     συνώνυμα: abruptly