rudiment

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

rudiment (en)

  1. θεμελιώδης αρχή, θεμέλιος λίθος
  2. (βιολογία) (να προστεθεί λέξη), κύτταρα του εμβρύου που θα εξελιχθούν σε όργανο