run down
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | run down |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | runs down |
| αόριστος | ran down |
| παθητική μετοχή | run down |
| ενεργητική μετοχή | running down |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]run down (en)
- (μεταβατικό) (αμετάβατο)
- κριτικάρω, συνήθως αρνητικά και άδικα
- πατάω με το αυτοκίνητο, τραυματίζοντας ή σκοτώνοντας
- ελαττώνω
- επιδεινώνω, χειροτερεύω