run down

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: rundown, run-down

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας run down
γ΄ ενικό ενεστώτα runs down
αόριστος ran down
παθητική μετοχή run down
ενεργητική μετοχή running down

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις run και down

Ρήμα[επεξεργασία]

run down (en)

  1. κριτικάρω, συνήθως αρνητικά και άδικα
  2. πατάω με το αυτοκίνητο, τραυματίζοντας ή σκοτώνοντας
  3. ελαττώνω
  4. επιδεινώνω, χειροτερεύω