Μετάβαση στο περιεχόμενο

run over

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας run over
γ΄ ενικό ενεστώτα runs over
αόριστος ran over
παθητική μετοχή run over
ενεργητική μετοχή running over

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
run over <  δείτε τις λέξεις run και over

run over (en)

  • (μεταβατικό) πατώ, περνάω από πάνω κάποιου, για ένα όχημα ή τον οδηγό του που χτυπά ένα άτομο ή ένα ζώο και οδηγεί πάνω από το σώμα τους ή ένα μέρος του σώματος
    παράδειγμα  If you aren’t careful, a car is going to run you over.
    Αν δεν προσέχεις, θα σε πατήσει κάνα αυτοκίνητο.
    παράδειγμα  The truck ran over him.
    Το φορτηγό πέρασε από πάνω του.