runaway

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

runaway (en)

  1. δραπέτης
  2. αφηνιασμένος δρομέας ή αφηνιασμένο ζώο που τρέχει
    • runaway univese σύμπαν που διαστέλλεται έχον αυξανόμενη επιτάχυνση
  3. εκτός ελέγχου, που έχει ξεφύγει
  4. για κάτι συνήθως κακό που όταν ξεκινάει φέρνει πολλά άλλα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

runaway (en)

  1. εκτροχιασμένος
  2. ανεξέλεγκτος