rung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
rung rungs

rung (en)

  1. σκαλοπάτι (οριζόντια δοκός) μιας σκάλας
    • οριζόντιο σχοινί-σκαλοπάτι ανεμόσκαλας (a rung of a rope ladder)
  2. διαδοκίδα, πχ ανάμεσα στα δύο πόδια μιας καρέκλας

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

rung (en)

  • παθητική μετοχή του ρήματος ring