rusticité

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
rusticité rusticités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rusticité (fr) θηλυκό

  1. η χοντροκοπιά, η αγένεια, η χωριατιά
  2. η αντοχή στην κακοκαιρία ενός φυτού

Συγγενικά

[επεξεργασία]