rustique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
rustique rustiques

rustique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ρουστίκ
  2. ανθεκτικός στην κακοκαιρία
  3. άξεστος, απλοϊκός
  4. υποτυπώδης, απλός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]