rzeczywistość

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική rzeczywistość rzeczywistości
γενική rzeczywistości rzeczywistości
δοτική rzeczywistości rzeczywistościom
αιτιατική rzeczywistość rzeczywistości
οργανική rzeczywistością rzeczywistościami
τοπική rzeczywistości rzeczywistościach
κλητική rzeczywistości rzeczywistości

Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

rzeczywistość (pl) θηλυκό

  1. η πραγματικότητα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]