affairer

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από s'affairer)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

affairer < affaire

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

affairer (fr)

  1. (pronominal) ασχολούμαι, είμαι πολυάσχολος