s'affiner

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /s‿a.fi.ne/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

s'affiner (fr)

  1. (pronominal) (παρωχημένο) μιλώντας για κάποιον άνθρωπο: παίρνω λεπτές συνήθειες, φέρσιμο, λεξιλόγιο
    Cet homme s’est affiné.
  2. (μεταφορικά) χάνω βάρος σε σημείο που να αλλάζω σιλουέτα
    Elle s’est affinée.
  3. (ναυτικός όρος) (παρωχημένο) μιλώντας για τον καιρό: ξανοίγομαι, ηρεμώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]