sürü
Εμφάνιση
Αζεριανά (az)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]sürü (az)
Τουρκικά (tr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- sürü < οθωμανική τουρκική سوری (süri)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]sürü (tr)