sablière

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sablière sablières

sablière (fr) θηλυκό

  1. (τεχνολογία) μεγάλο οριζόντιο δοκάρι που υποστηρίζει άλλα, σε ξύλινη δομή
  2. αμμορυχείο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: sable