Μετάβαση στο περιεχόμενο

sadden

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας sadden
γ΄ ενικό ενεστώτα saddens
αόριστος saddened
παθητική μετοχή saddened
ενεργητική μετοχή saddening

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sadden < sad + -en

sadden (en) (μεταβατικό, επίσημο, συνήθως στην παθητική φωνή)

  • λυπώ, θλίβω, κάνω κάποιον να αισθανθεί λύπη
    παράδειγμα  We were all saddened by her death.
    Μας λύπησε όλους ο θάνατός της.
    παράδειγμα  I am saddened when I see so much misery around me.
    Θλίβομαι όταν βλέπω τόση δυστυχία γύρω μου.
    παράδειγμα  Your disregard for me saddens me.
    Με θλίβει η αδιαφορία σου για μένα.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]