sadden
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | sadden |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | saddens |
| αόριστος | saddened |
| παθητική μετοχή | saddened |
| ενεργητική μετοχή | saddening |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]sadden (en) (μεταβατικό, επίσημο, συνήθως στην παθητική φωνή)
- λυπώ, θλίβω, κάνω κάποιον να αισθανθεί λύπη
We were all saddened by her death.
- Μας λύπησε όλους ο θάνατός της.
I am saddened when I see so much misery around me.
- Θλίβομαι όταν βλέπω τόση δυστυχία γύρω μου.
Your disregard for me saddens me.
- Με θλίβει η αδιαφορία σου για μένα.