saddlebag

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Saddleback, saddleback pig

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

saddlebag ενικός (saddlebags πληθυντικός)

  • σάκος σέλας