Μετάβαση στο περιεχόμενο

safely

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός safely
συγκριτικός more safely
υπερθετικός most safely

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
safely < safe + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

safely (en)

  1. με ασφάλεια, χωρίς να πάθει ζημιά, να καταστραφεί ή να χαθεί
    παράδειγμα  He reached his destination safely.
    Έφτασε στον προορισμό του με ασφάλεια.
  2. με ασφάλεια, με τρόπο που δεν προξενεί βλάβη ή που προστατεύει κάποιον ή κάτι από βλάβη
    παράδειγμα  I use social networks safely.
    Χρησιμοποιώ τα κοινωνικά δίκτυα με ασφάλεια.
    παράδειγμα  I always drive safely.
    Οδηγώ πάντα με ασφάλεια.
  3. ασφαλώς, με σιγουριά
    παράδειγμα  I can safely say that something happened to him and he didn’t come.
    Ασφαλώς κάτι θα του συνέβη και δεν ήρθε.
  4. με ασφάλεια, σίγουρα, χωρίς πιθανότητα να αλλάξει η κατάσταση
    παράδειγμα  The runner is safely in the lead.
    Ο δρομέας είναι με ασφάλεια/σίγουρα μπροστά.