safely
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | safely |
| συγκριτικός | more safely |
| υπερθετικός | most safely |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]safely (en)
- με ασφάλεια, χωρίς να πάθει ζημιά, να καταστραφεί ή να χαθεί
He reached his destination safely.
- Έφτασε στον προορισμό του με ασφάλεια.
- με ασφάλεια, με τρόπο που δεν προξενεί βλάβη ή που προστατεύει κάποιον ή κάτι από βλάβη
I use social networks safely.
- Χρησιμοποιώ τα κοινωνικά δίκτυα με ασφάλεια.
I always drive safely.
- Οδηγώ πάντα με ασφάλεια.
- ασφαλώς, με σιγουριά
I can safely say that something happened to him and he didn’t come.
- Ασφαλώς κάτι θα του συνέβη και δεν ήρθε.
- με ασφάλεια, σίγουρα, χωρίς πιθανότητα να αλλάξει η κατάσταση
The runner is safely in the lead.
- Ο δρομέας είναι με ασφάλεια/σίγουρα μπροστά.