Μετάβαση στο περιεχόμενο

sak-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sak- < γαλλική sac, ιταλική sacco, αγγλική sack, γερμανική Sack

sak- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: σάκος

Παράγωγα

[επεξεργασία]