Μετάβαση στο περιεχόμενο

salep

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
salep < (άμεσο δάνειο) γαλλική salep < τουρκική salep < αραβική سَحْلَب (saḥlab). Περισσότερα στο salep#English στο αγγλικό Βικιλεξικό.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsaləp/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

salep (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
salep < (άμεσο δάνειο) τουρκική shalep, παλιότερος όρος του salep < οθωμανική τουρκική سحلب (sahleb) < αραβική سَحْلَب (saḥlab). Περισσότερα στο salep#French στο αγγλικό Βικιλεξικό.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

salep (fr)



Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
salep < παλιότερη μορφή: shalep < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική سحلب (sahleb) < αραβική سَحْلَب (saḥlab). Περισσότερα στο salep#Turkish στο αγγλικό Βικιλεξικό.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

salep (tr)

  • salep - Nişanyan Sözlük. Çağdaş Türkçenin Etimolojisi [Λεξικό (του) Νισανιάν. Ετυμολογία της σύγχρονης τουρκικής] μονόγλωσσο τουρκικό λεξικό του Σεβάν Νισανιάν, online από το 2002