sali

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ίντο (io) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

sali (io)


Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
sale sali

sali (it)