Μετάβαση στο περιεχόμενο

salience

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
salience < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /XXX/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

salience (en)

1. υπεροχή

2. ανάδειξη, προβολή

3. εξέχον χαρακτηριστικό