salique

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
salique saliques

salique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σχετικός με τους Φράγκους που έμεναν δίπλα στον ποταμό Sala (τον σημερινό Yssel

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • loi salique: σύνολο νόμων που εξαιρούσαν τις γυναίκες από την κληρονομιά γαιών