salivation

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
salivation salivations

salivation (fr) θηλυκό

  1. η έκκριση σάλιου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: salive