Μετάβαση στο περιεχόμενο

salmonellose

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
salmonellose salmonelloses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

salmonellose (fr) θηλυκό