Μετάβαση στο περιεχόμενο

salu

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

salu (eo)

  • προστακτική του ρήματος sali