Μετάβαση στο περιεχόμενο

salutaire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
salutaire salutaires

Επίθετο

[επεξεργασία]

salutaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό