Μετάβαση στο περιεχόμενο

salyangoz

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
salyangoz < (άμεσο δάνειο) νέα ελληνική σάλιαγκος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

salyangoz (tr)

  • salyangoz - Sevan Nişanyan, Nişanyan Sözlük. Çağdaş Türkçenin Etimolojisi [Λεξικό (του) Νισανιάν. Ετυμολογία της σύγχρονης τουρκικής] μονόγλωσσο τουρκικό λεξικό του Σεβάν Νισανιάν, online από το 2002