Μετάβαση στο περιεχόμενο

sandpaper

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sandpaper sandpapers

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sandpaper (en)