sanitaire
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sanitaire | sanitaires |
Επίθετο
[επεξεργασία]sanitaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- σχετικός με την υγιεινή, υγειονομικός
| ενικός | πληθυντικός |
| sanitaire | sanitaires |
sanitaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό