sapato

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sapato sapatos

sapato (pt) αρσενικό

  1. το παπούτσι

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • sapatos de ténis - παπούτσια γυμναστικής