sarcophage

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

sarcophage < λατινική sarcophagus < αρχαία ελληνική σαρκοφάγος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /saʁkɔfaʒ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sarcophage sarcophages

sarcophage (fr) αρσενικό


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sarcophage sarcophages

sarcophage (fr) θηλυκό