sardonique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
sardonique sardoniques

Επίθετο

[επεξεργασία]

sardonique (fr) αρσενικό ή θηλυκό