sarkofago
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | sarkofago | sarkofagoj |
| αιτιατική | sarkofagon | sarkofagojn |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- sarkofago < λατινική sarcophagus < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σαρκοφάγος < σάρξ + τρώγω (αόριστος ἔφαγον)-φάγος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sar.ko.ˈfa.ɡo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : sar‐ko‐fa‐go
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]sarkofago (eo)
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (εσπεράντο)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -φάγος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (εσπεράντο)
- Γλώσσα εσπεράντο
- Ουσιαστικά (εσπεράντο)
- Αντίστροφο λεξικό (εσπεράντο)
- Αρχαιολογία (εσπεράντο)
- Αρχιτεκτονική (εσπεράντο)