Μετάβαση στο περιεχόμενο

satisfaisante

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
satisfaisante satisfaisantes

satisfaisante (fr)