savant

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

savant 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό savant savants
θηλυκό savante savantes

savant (fr) αρσενικό

  1. πολύξερος
  2. επιστημονικός
  3. επιδέξιος