save
Μετάβαση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
Αγγλικά (en)[επεξεργασία]
ενεστώτας | save |
γ΄ ενικό ενεστώτα | saves |
αόριστος | saved |
παθητική μετοχή | saved |
ενεργητική μετοχή | saving |
Ρήμα[επεξεργασία]
save (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) σώζω, προστατεύω κάποιον ή κάτι από θάνατο, βλάβη, απώλεια κτλ.
- ↪ I save somebody’s life.
- Σώζω τη ζωή κάποιου.
- ↪ Jesus came into the world to save man from sin.
- Ο Ιησούς ήρθε στον κόσμο να σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία.
- ↪ How many were saved?
- Πόσοι σώθηκαν;
- ↪ The doctor saved his leg.
- Ο γιατρός του έσωσε το πόδι.
- ↪ Who will save him from himself?
- Ποιος θα τον σώσει από τον εαυτό του;
- ↪ I save somebody’s life.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) εξοικονομώ, κρατώ χρήματα αντί να τα ξοδεύω, ειδικά για να αγοράσω ένα συγκεκριμένο πράγμα
- (μεταβατικό και αμετάβατο) εξοικονομώ, αποφεύγω να σπαταλήσω κάτι ή να χρησιμοποιήσω περισσότερα από όσα χρειάζεται
- ↪ a runner who saves his strength to last until the end - δρομέας που εξοικονομεί τις δυνάμεις του για να αντέξει ως το τέλος
- (μεταβατικό) εξοικονομώ, κρατώ κάτι για να χρησιμοποιήσω ή να απολαύσω στο μέλλον ή για να το χρησιμοποιήσει κάποιος άλλος
- ↪ Make sure you save a ticket for me too.
- Kοίτα να εξοικονομήσεις και για μένα ένα εισιτήριο.
- ↪ Make sure you save a ticket for me too.
- (μεταβατικό & αμετάβατο, πληροφορική) αποθηκεύω στον υπολογιστή (για να σώσω ένα κείμενο)
- (μεταβατικό) απαλλάσσω, βγάζω, αποφεύγω να κάνω κάτι δύσκολο ή δυσάρεστο ή τον βοηθώ κάποιον να αποφύγει να κάνει κάτι δύσκολο ή δυσάρεστο
- ↪ You saved me a lot of trouble.
- Με απάλλαξες από πολλή φασαρία/πολύ κόπο.
- ↪ You’ll save coming here every day.
- Θ' απαλλαγείς από το να έρχεσαι εδώ κάθε μέρα.
- ↪ That will save me from having to go.
- Αυτό θα με απαλλάξει από το να πάω.
- ↪ I save somebody a lot of trouble/a lot of expense.
- Βγάζω κάποιον από πολύ κόπο/από πολλά έξοδα.
- ≈ συνώνυμα: spare
- ↪ You saved me a lot of trouble.
Πηγές[επεξεργασία]
- save - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 89, 161-162, 862. ISBN 9780194325684., λήμμα: απαλλάσσω, βγάζω, σώζω