save

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

save (en)

  1. σώζω
  2. (πληροφορική) αποθηκεύω στον υπολογιστή (για να σώσω ένα κείμενο)
     συνώνυμα: persist (για δεδομένα)