saved

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

saved (en)

  1. αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος save


Επίθετο[επεξεργασία]

saved (en)

  1. σωμένος (π.χ. από αμάρτημα, από κίνδυνο)
  2. αποθηκευμένος, φυλαγμένος