Μετάβαση στο περιεχόμενο

savor

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

savor (en) (ΗΠΑ) και savour (ΗΒ)

savor (en) (ΗΠΑ) και savour (ΗΒ)