savoyard
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- savoyard < Savoie + -ard
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: σαβουαγιάρ, σαβαγιάρ με διαφορετική σημασία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sa.vwa.jaʁ/
- ⓘ
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | savoyard | savoyards |
| θηλυκό | savoyarde | savoyardes |
savoyard (fr)
- σχετικός με τη Σαβοΐα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]savoyard (fr) αρσενικό