saynète

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

saynète < ισπανική sainete

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sɛ.nɛt/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
saynète saynètes

saynète (fr) θηλυκό

  • το θεατρικό μονόπρακτο έργο μικρής διάρκειας και με λίγους ηθοποιούς