Μετάβαση στο περιεχόμενο

scab

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
scab scabs

scab (en)

  • η κρούστα, το κακάδι, η εφελκίδα
    παράδειγμα  The wound has formed a scab.
    Η πληγή έχει κάνει κρούστα.
    παράδειγμα  He keeps scratching the scab and won’t let it heal.
    Ξύνει την κρούστα και δεν την αφήνει να επουλωθεί.
    παράδειγμα  Don’t pick the scab, the wound will reopen.
    Μην πειράζεις την εφελκίδα, θα ανοίξει η πληγή.