Μετάβαση στο περιεχόμενο

scena

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

scena (pl) θηλυκό

  1. η σκηνή του θεάτρου
  2. η σκηνή θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου

Συγγενικά

[επεξεργασία]