schéma
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- schéma < (λόγιο δάνειο) λατινική schēma < αρχαία ελληνική σχῆμα[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʃeˈma/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : sché‐ma
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| schéma | schémas |
schéma (fr) αρσενικό
- το σχήμα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ schéma - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé