schuld

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

schuld 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

schuld (nl) θηλυκό (πληθυντικός schulden)