Μετάβαση στο περιεχόμενο

scorcher

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
scorcher scorchers

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
scorcher < scorch + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

scorcher (en) (ανεπίσημο)

  • ο καύσωνας, πολύ ζεστή μέρα
    παράδειγμα  We’ll have a scorcher today!
    Θα 'χουμε καύσωνα σήμερα!