scrabble

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

/ˈskræb(ə)l/
/ˈskrabəl/

Ρήμα[επεξεργασία]

scrabble (en)

  1. ψαχουλεύω ατάκτως
  2. γρατσουνώ, νυχιάζω (συνήθως για ζώο σε αντικείμενο)
  3. αναρριχώμαι, σκαρφαλώνω
  4. (μεταφορικά) παλεύω-κοπιάζω να αποκτήσω ή να πετύχω (σε) κάτι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

scrabble (en)