scrap

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

scrap (en)

  1. κομμάτι, θραύσμα
  2. ρίνισμα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

scrap (en)

  1. διαλύω κάτι (άχρηστο) σε κομμάτια
  2. πετάω κάτι άχρηστο