Μετάβαση στο περιεχόμενο

scribo

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
scribo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)kreybʰ-. Συγγενή: αρχαία ελληνική σκάριφος

scribo